Social Icons

twitterfacebookrss feedemail

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Το βρετανικό και το ελληνικό δημοψήφισμα ή .... Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη,


του Νίκου Μωραΐτη
Βαρέθηκα να το διαβάζω από χθες, σε διάφορες εκδοχές.
Ο Κάμερον, λέει, πρέπει να φωνάξει τον Τσίπρα στο Λονδίνο για να του μάθει πώς γίνεται το «όχι» «ναι». Μία εκδοχή. Ή ότι τουλάχιστον οι Βρετανοί το «όχι» θα το εφαρμόσουν. Άλλη εκδοχή του ίδιου πράγματος.
Ένα νεοφιλελεύθερο χιουμοράκι που κατέκλυσε τα social media, παρασέρνοντας και τους αφασικούς απολιτίκ του διαδικτύου – αυτούς που κάνουν και τη μεγαλύτερη ζημιά.
Είναι η γνωστή μέθοδος του ακραίου κέντρου: Παριστάνουμε ότι ξεχνάμε μήπως κάνουμε και τους άλλους να ξεχάσουν.
Πότε η Ελλάδα ψήφισε «ναι» ή «όχι» στην Ε.Ε.; Πότε διατυπώθηκε τέτοιο ερώτημα; Το ερώτημα του ελληνικού δημοψηφίσματος ήταν «ναι ή όχι στο σχέδιο Γιουνκέρ», για όσους θέλουν να ξεχάσουν. Άλλο αν αυτοί που κατηγορούν τώρα τον Τσίπρα ότι δεν υπήρξε… Κάμερον, πέρυσι, το ίδιο χυδαία διαστρέβλωναν το ερώτημα σε «ναι ή όχι στο ευρώ», ούρλιαζαν «μας ρίχνουν στον γκρεμό» και έτρεχαν στα σουπερμάρκετ να αγοράσουν μακαρόνια για το Grexit.
Τρία διαγγέλματα έκανε ο Τσίπρας πέρυσι τέτοιο καιρό. Και στα τρία το πρώτο πράγμα που επεσήμαινε ήταν ότι το «όχι» δεν θα σήμαινε έξοδο από την Ε.Ε..
Ένα χρόνο μετά, οι έντρομοι αγοραστές μακαρονιών του περσινού Ιουλίου έρχονται και κατηγορούν τον Τσίπρα ότι δεν είχε το θάρρος να τηρήσει το «όχι» σε ένα ερώτημα που δεν έθεσε.
Αν μέχρι τώρα το κείμενο είναι υπερασπιστικό για τον έλληνα πρωθυπουργό -αφού η διαστρέβλωση έχει και όρια-, η αλήθεια είναι ότι η υπεράσπιση τελειώνει εδώ. Γιατί, όπως σιγά σιγά δείχνει η Ιστορία, το λάθος του Τσίπρα ήταν ακριβώς το ότι δεν είχε τη διαύγεια εκείνη την κρίσιμη στιγμή να θέσει ένα τέτοιο καθοριστικό ερώτημα: Μένουμε ή φεύγουμε;
Αν το «μένουμε» κέρδιζε, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για τα μνημόνια. Θα ήταν επικυρωμένα από τον ελληνικό λαό, αφού αυτό συνεπάγεται η παραμονή στην Ε.Ε.: Μνημόνια.
Αν το «φεύγουμε» κέρδιζε, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί αν σε δύο μήνες το Δημόσιο δεν θα μπορούσε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Γιατί εδώ έχουμε δραχμή, όχι στερλίνα. Χρεοκοπημένο κράτος, όχι City. Ένα κοπάδι πρόβατα, όχι βαριά βιομηχανία. Ας μην μπερδευόμαστε, όπως οι παρα-Μπογδάνοι με τις βρετανικές γραβάτες, που νομίζουν ότι οδηγούν στο South Kensington την ώρα που κατεβαίνουν την Αλεξάνδρας.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Σε αυτή τη χώρα


Στη χώρα της μίζας της ρεμούλας της διαπλοκής και της διαφθοράς .
Στή μοναδική χώρα στον πλανήτη που ανέθεσε επί πληρωμή στη ΖΗΜΕΝΣ να κάνει σεμινάρια " κατά της διαφθοράς "!!!!.
Στη χώρα που αφθονούν οι δωροδοκούντες αλλά σπανίως διώκονται οι δωροδοκούμενοι .
Στη χώρα όπου δικογραφίες κακουργημάτων που αφορούν σε δις ευρώ μπαίνουν στο αρχείο ή παραγράφονται.
Στη χώρα όπου το δημόσιο χρέος είναι παρκαρισμένο έξω σε φορολογικούς παραδείσους.
Στη χώρα όπου ευημερούν οι λίστες και δυστυχούν οι άνθρωποι.
Στη χώρα που φωνάζει ο κλέφτης να κάνει πίσω ο νοικοκύρης,
Σε αυτή τη χώρα ειπώθηκε το αυτονόητο ,ότι δηλαδή γι' αυτή τη κατάσταση έχουν ευθύνη ΚΑΙ μερικοί επίορκοι δικαστές !!!!!!
Σε αυτή τη χώρα ζητείται η κεφαλή αυτού που το είπε !!!!
Αναμενόμενο δυστυχώς !

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

''Όχι κόμματα, όχι χρώματα, όχι συνδικάτα''.

                                   Με άλλα λόγια                                                        " Τί την θέλουμε τη Δημοκρατία ?"

Γράφει ο Ανδρέας Μπεντεβής


''Όχι κόμματα, όχι χρώματα, όχι συνδικάτα''. Το διαχρονικό σύνθημα του εθνικισμού κυρίαρχο σύνθημα στα χείλη της άρχουσας τάξης και των συμμάχων της. Με αυτό διεκδικούν την κοινωνική ηγεμονία, σε αυτό οφείλει να αντιπαραθέσει η κοινωνία των εργαζομένων το δικό της σχέδιο ηγεμονίας. Και αυτό δεν αφορά την σημερινή, ή παρόμοιες με την σημερινή, συγκέντρωση, αλλά ένα βαθύ ιδεολογικό ζήτημα που η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό επιδιώκει να απαντήσει από αρνητική μεριά μέσα στην συνολική κρίση ταυτότητας του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Ανεξάρτητα από την επιρροή, ή και από την γελοιότητα, του κινήματος ''για την δημοκρατία του κολλαγόνου'', αν οι πολιτικοί ηγέτες της πλατφόρμας του ΝΑΙ δεν ήταν τόσο απαξιωμένοι σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής συνείδησης θα μπορούσαν ίσως να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο για την (αντι)κοινωνική τους συμμαχία, επειδή κατά τα άλλα συγκροτείται ένα σκληρό και επικίνδυνο μέτωπο φασιστονεοφιλελευθερισμού (της τάξης του 30%) που παρεμβαίνει μόνιμα και συντονισμένα τις πολιτικές εξελίξεις, με μια αρκετά ομογενοποιημένη σε αντίστοιχη κατεύθυνση φρασεολογία.

Θα χρειαζόταν μια σοβαρή ταξική ανάλυση γύρω από το ποια ακριβώς ταξικά στρώματα συγκρούονταν πριν και κατά την διάρκεια των μνημονίων. Συχνά ξεπροβάλλει ο κίνδυνος μια τέτοια ανάλυση να αποφευχθεί με τοποθετήσεις του στυλ: ''είναι ίδιοι ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ'', ''μόνο τεχνητές οι διαφορές'', που όλες τους υποκύπτουν τελικά στον λαθεμένο άξονα μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ο οποίος καπέλωσε ολόκληρον τον πολιτικό λόγο, την ταξική πάλη και σίγουρα αιχμαλώτισε σύσσωμη την Αριστερά.

Είναι κρίμα για την Αριστερά που τείνει να ανακαλύπτει συνομωσιολογικούς όρους (του στυλ ''το παιχνίδι είναι στημένο και από πριν κανονισμένο, όλοι βολεύονται από τις συγκεντρώσεις της αντιπολίτευσης'') πίσω από το νέο, και με τα αντίστοιχα περιεχόμενα ή και υποσημαινόμενα τους, δίπολο Δεξιάς/Αριστεράς. Αρνούμενη έτσι τους ταξικούς όρους που συγκροτούν τα δίπολα, και, τελικά, την ίδια την δυνατότητα του λαού μας να επέμβει σε αυτά. Αν η αυτοαποκαλούμενη επαναστατική Αριστερά αδυνατεί να σπρώξει τα δίπολα προς τα πιο Αριστερά, αυτό δεν σημαίνει ότι τα δίπολα δεν υπάρχουν, δυστυχώς, ως τέτοια.

Παρενθετικά και παρεμπιπτόντως, μεγάλα κομμάτια της αναρχοαυτονομίας αποδεικνύονται-και αυτό ισχύει για όλη την διάρκεια της μνημονιακής υπαγωγής, αλλά και πριν από αυτήν-σε αρκετά καλύτερους αισθητήρες της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας, αλλά και του νέου περιεχομένου του ταξικού ανταγωνισμού από τα χρόνια της ''ισχυρής Ελλάδας'' μέχρι την χρεοκοπία της.

Επιστρέφοντας. Με λίγα λόγια, και πριν από την μνημονιακή υπαγωγή, αλλά και τώρα χρειάζεται μια αφήγηση που να ξεχωρίζει από όρους προδοσίας, αιχμαλωσίας, κοροϊδίας, κτλ: Είναι αναντίστοιχο με την πραγματικότητα και υποτιμητικό για τον λαό μας να θεωρεί κανείς ότι πάντοτε κάποιος τον κοροϊδεύει. Θα ήταν πολύ καλύτερο αν ομολογούσαμε ότι μέχρι το 2009 η συμμαχία των 2/3 σε εκλογικό επίπεδο εξέφραζε το 80%-90% της κοινωνίας, το αφήγημα περί δυνατής Ελλάδας μέσα στην ΕΕ τσάκιζε κάθε άλλη κουβέντα.

Τώρα που η θέση της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη το προνομιούχο 1/3 επιχειρεί να σύρει προς την δική της συμμαχία τα μεσοστρώματα, με όρους τρομοκράτησης: ''Μπορείτε να πάτε και παρακάτω''-από το ''μπορείτε να πάτε και παραπάνω'', της περασμένης δεκαετίας.

Η πλατφόρμα του ΝΑΙ κινείται με καθαρούς ταξικούς προσανατολισμούς, και για αυτό εξακολουθεί να αγωνιά γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ βλέπει εκείνο που δεν βλέπει η υπόλοιπη Αριστερά: Βλέπει μια προοπτική. Επικίνδυνη για εκείνους, επειδή φοβούνται ακόμα και την παραμικρή αλλαγή του στάτους της ζωής και της εξουσίας τους. Δεν αντέχουν όχι μια επαναστατική κυβέρνηση, αλλά ούτε την ελάχιστη ανακατανομή, ακόμα και από μια κυβέρνηση που διστάζει για κάτι παραπέρα.

Θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα για το ακόμα ανεκπροσώπητο 30% των από κάτω να εκμεταλλευόντουσαν αυτή την κυβέρνηση από την δική τους μεριά. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με τους υπάρχοντες όρους του λαϊκού κινήματος. Αυτό για να γίνει πρέπει η ταξική πάλη να εκδηλωθεί πολύ πέρα από τους εκλογικούς όρους, με βάση τους οποίους συνήθως αρχίζει και τελειώνει τις εκτιμήσεις της η Αριστερά. Η θεωρία του κακού και αντιλαϊκού διαχειριστή δεν είναι επαναστατική θεωρία αλλά περισσότερο ένα άλλοθι για την συνολική ήττα και ανεπάρκεια για μια καθολική ανάταση του λαού μας στα-έστω, να συμφωνήσουμε- διακριτά αυτά χρόνια της μνημονιακής υπαγωγής.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Στη καρδιά του κτήνους της διαπλοκής


              

Στο σκαμνί το καρτέλ των μεγαλοεργολάβων 
Μια είδηση που θάφτηκε από τα ΜΜΕ 
που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των κατηγορουμένων

Στις 21 Ιουλίου θα καθίσει για πρώτη φορά στο «εδώλιο» της Επιτρο­πής Ανταγωνισμού το παράλληλο κράτος, η σκιώδης διακυβέρνηση των μεγαλοεργολάβων, που εδώ και δεκαετίες σε αγαστή συνεργασία με τους πολιτικούς τους επικεφαλής καθώς και στελέχη της δημόσιας διοίκησης στήνουν διαγωνισμούς και ροκανίζουν τα χρήματα των φο­ρολογουμένων και τα ευρωπαϊκά κονδύλια.